Close

Destination

Η άνοιξη ήρθε, η ημέρα της Εθνικής Επετείου έφτασε και εμείς, αποφασίσαμε να κινηθούμε προς τα ορεινά της Θεσπρωτίας, για ένα ταξίδι σε ένα πολύ σημαντικό ιστορικό τόπο, με έντονη βαρύτητα και σημειολογία. Το ιστορικό Σούλι!
Το Σούλι είναι ιστορική και γεωγραφική περιοχή της κεντρικής Ηπείρου, που αποτελείται από μία «ομοσπονδία», γνωστών και ως Σουλιωτοχώρια. Συνορεύει ανατολικά με την Λάκκα Σουλίου του Νομού Ιωαννίνων, νότια με τα χωριά του Νομού Πρεβέζης, ενώ βόρεια και δυτικά με τα υπόλοιπα όμορα χωριά της Θεσπρωτίας. Βρίσκεται ανάμεσα στα όρη Μούργκα (1.340 μ.), Ζαβρούχο (1.137 μ.), Τούρλια (1.082 μ.) και στη συμβολή του ποταμού Αχέροντα με τον παραπόταμό του Τσαγκαριώτικο. Στους πρόποδες των χωριών υπάρχουν αντικριστά δύο λόφοι, σημαντικοί από άποψης γεωγραφικής και ιστορικής φύσης, το Κούγκι και η Κιάφα.
Ξεκίνήσαμε λοιπόν οδικό ταξίδι από τα Ιωάννινα, ένα ταξίδι περίπου 70 χλμ. Αξιοποιώντας στο έπαρκο την Εγνατία Οδό, κινηθήκαμε προς Ηγουμενίτσα. Περίπου στα 20 χλμ του ταξιδιού, πήραμε την έξοδο προς το χωριό Τύρια και στην συνέχεια συνεχίσαμε στην επαρχιακή οδό Κόπρα-Παρδαλίτσας/ Επαρχιακή οδό Μελιγγών-Παραμυθιάς (προς Αρτοπούλα, Καταμάχη/ Αγ. Νικόλαος). Συνεχίσαμε προς Επαρχιακή Οδό Πολυδώρου-Παλαιοχωρίου, όπου λίγο μετά ξεκίνησε και το πιο όμορφο κομμάτι της διαδρομής μας.

Το Σούλι είναι ιστορική και γεωγραφική περιοχή της κεντρικής Ηπείρου, που αποτελείται από μία «ομοσπονδία», γνωστών και ως Σουλιωτοχώρια. Συνορεύει ανατολικά με την Λάκκα Σουλίου του Νομού Ιωαννίνων, νότια με τα χωριά του Νομού Πρεβέζης, ενώ βόρεια και δυτικά με τα υπόλοιπα όμορα χωριά της Θεσπρωτίας.

Πρώτη Στάση: Βριτζάχα ή Βρυτζάχα: Επρόκειτο για ένα οροπέδιο, σε υψόμετρο περίπου 1100 μέτρων, κάτω από το βουνό της Βριτζάχας, όπου υπάρχει η υψηλότερη κορυφή των βουνών του Σουλίου, 1613 μ. Βρίσκεται στα μισά περίπου της διαδρομής μεταξύ των χωριών της Λάκας Σουλίου του Ν. Ιωαννίνων, με τα χωριά του Σουλίου της περιφερειακής ενότητας Θεσπρωτίας. Αυτόν το τόπο, διαδραματίστηκαν ηρωικές μάχες των Σουλιωτών κατά των στρατευμάτων του Αλή Πασά, στις 12 Ιουνίου 1800. Η ισχύς των Οθωμανικών Δυνάμεων ήταν μεγαλύτερη, όμως τελικά οι Σουλιώτες κατάφεραν να υπερισχύσουν με ελάχιστες απώλειες, σε αντίθεση με τους πολέμιους τους. Ένα μνημείο στημένο στο κέντρο του «Λιβαδιού», ενημερώνει τους νεότερους για αυτήν την άγνωστη –στο ευρύ κοινό- μάχη του 19ου αιώνα.

Το σκηνικό όμως συμπληρώνεται από ένα κοπάδι άγρια άλογα, που λυμαίνονται της περιοχής, δημιουργώντας ένα ξεχωριστό θέαμα για τον επισκέπτη. Σε μία εποχιακή λίμνη, συγκεντρώνονται για να δροσιστούν και να βοσκήσουν στα καταπράσινα βοσκοτόπια, που περιβάλλονται από το άγριο βραχώδες Σουλιώτικο τοπίο. Στη δεκαετία του ’80, ζωέμποροι συγκέντρωναν άλογα από τη Βόρεια Ελλάδα για να τα πουλήσουν στην Ιταλία. Με φορτηγά τα μετέφεραν στο λιμάνι της Ηγουμενίτσας. Οι άθλιες συνθήκες μεταφοράς είχαν ως αποτέλεσμα να «χάνονται» δεκάδες ζώα. Για να αποτρέψουν την απώλεια αυτή οι έμποροι απελευθέρωναν για κάποιες ημέρες τα άλογα ώστε να συνέλθουν από την ταλαιπωρία του ταξιδιού και έπειτα από μία ή δύο εβδομάδες τα φόρτωναν ξανά στα πλοία. Όσα άλογα δεν είχαν προλάβει να ανακτήσουν τις δυνάμεις τους ή έδειχναν άρρωστα, οι ζωοτρόφοι απλώς τα παρατούσαν. Με το πέρασμα των χρόνων, όσα επέζησαν ή ξέφυγαν δημιούργησαν αγέλες, που κινήθηκαν στα ορεινά. Επιπλέον η αλλαγή των κοινωνικών συνθηκών και της οικονομίας, μείωσε την ανάγκη χρήσης των ζώων για τις γεωργοκτηνοτροφικές εργασίες και έτσι τα αγαπημένα τετράποδα εγκαταλείφθηκαν πλήρως από τους ιδιοκτήτες τους. Αφενός αυτό δίνει μια ιδιαίτερη χροιά στην περιοχή, καθώς τα άλογα αποτελούν ατραξιόν. Εμείς ήμασταν τυχεροί καθώς συναντήσαμε το κοπάδι τόσο στην αρχή του ταξιδιού, όσο και το βραδάκι κατά την επιστροφή μας. Φυσικά η ανθρώπινη παρουσία τα τάραξε και απομακρύνθηκαν από το σημείο.

Συνεχίσαμε το ταξίδι μας, κατεβαίνοντας τον ορεινό όγκο πάνω από το χωριό Κουκουλιοί. Η θέα των βουνών του Σουλίου σε αποζημιώνει για την ταλαιπωρία του συγκεκριμένου οδικού περάσματος. Πρέπει να δείξετε ιδιαίτερη προσοχή, καθώς ο δρόμος έχει πολλές στροφές, μεγάλη κλίση και σε κάποια σημεία έχει πεσμένους λίθους από κατολισθήσεις.

Από εκεί μέσω Τσαγγαριού Σουλίου, περάσαμε την σιδερένια γέφυρα και ανηφορίσαμε προς το Σούλι. Αποφασίσαμε να επισκεφθούμε πρώτα το Ιστορικό Κάστρο της Κιάφας, το οποίο ήταν και το πιο δύσκολα προσβάσιμο αξιοθέατο της περιοχής.

Η Βριτζάχα ή Βρυτζάχα είναι ένα οροπέδιο, σε υψόμετρο περίπου 1100 μέτρων. Βρίσκεται στα μισά περίπου της διαδρομής μεταξύ των χωριών της Λάκας Σουλίου του Ν. Ιωαννίνων, με τα χωριά του Σουλίου της περιφερειακής ενότητας Θεσπρωτίας. Σε αυτόν το τόπο, διαδραματίστηκαν ηρωικές μάχες των Σουλιωτών κατά των στρατευμάτων του Αλή Πασά, όπου κατάφεραν να υπερισχύσουν με ελάχιστες απώλειες, σε αντίθεση με τους πολέμιους τους Οθωμανούς. Το σκηνικό όμως συμπληρώνεται από ένα κοπάδι άγρια άλογα, που λυμαίνονται της περιοχής, δημιουργώντας ένα ξεχωριστό θέαμα για τον επισκέπτη. Σε μία εποχιακή λίμνη, συγκεντρώνονται για να δροσιστούν και να βοσκήσουν στα καταπράσινα βοσκοτόπια, που περιβάλλονται από το άγριο βραχώδες Σουλιώτικο τοπίο.

Κάστρο Κιάφας

 

Η Κιάφα, ή κάστρο της Κιάφας, ή αργότερα φρούριο της Κιάφας, ή φρούριο του Σουλίου, υπήρξε ένα από τα θρυλικά και ηρωικά καστροχώρια των Σουλιωτών και της ανένταχτης και αυτόνομης Σουλιώτικης Συμπολιτείας κατά την περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας και μέχρι την Ελληνική Επανάσταση του 1821. Βρίσκεται στην περιοχή του Σουλίου, σε υψόμετρο 460 μ., επί της κορυφής ιδιαίτερα απόκρημνου λόφου απέναντι από το Κούγκι και μεταξύ του Αβαρίκου και της Σαμωνίδας. Η Κιάφα, που καταλήγει στο γκρεμό της «Ντάπιας του Νότη», αποτελεί σύμβολο αντίστασης της ακαταμάχητης “σουλιώτικης ψυχής” καθώς απετέλεσε τον αντικειμενικό στόχο των Οθωμανών κατακτητών χωρίς όμως καμία επιτυχία. Αν και υπήρξε απόρθητο κάστρο, πέρασε τελικά στην κυριαρχία του Αλή πασά μετά την αποχώρηση των Σουλιωτών, στις 16 Δεκεμβρίου του 1803 όταν αναγκάσθηκαν να συνθηκολογήσουν μετά από μια τετράχρονη πολιορκία.

Ο Αλή Πασάς αναγνωρίζοντας τη στρατηγική και περίοπτη θέση της Κιάφας ανήγειρε επ’ αυτής ένα επιβλητικό φρούριο σχήματος παραλληλογράμμου κατά διεύθυνση Βορρά – Νότου, καλύπτοντας όλο το πλάτωμα της κορυφής. Το εν λόγω φρούριο έφερε δύο τοξοειδείς εισόδους, πολυγωνικούς ακραίους προμαχώνες, περιμετρικές επάλξεις, κανονοθυρίδες, αντερείσματα καθώς και επιτείχιους οχετούς (ζεματίστρες).

Εσωτερικά εκτός από τις απαραίτητες εγκαταστάσεις στρατωνισμού της φρουράς, αποθηκών, πυριτιδαποθηκών, δεξαμενών. Το κάστρο αποτελούσε το επίκεντρο του ενδιαφέροντος των περιηγητών που επισκέφθηκαν την περίοδο αυτή το Σούλι. Το 1805, όπως μας πληροφορεί ο Άγγλος περιηγητής William Martin Leake, που επισκέφθηκε την Κιάφα, το κάστρο ήταν μισοτελειωμένο και είχαν κτιστεί αποθήκες πυρομαχικών, στρατώνες, στέρνες και σπίτι για τον διοικητή. Λίγα χρόνια αργότερα, σύμφωνα με τις μαρτυρίες του Pouqueville, το κάστρο θα έχει στον περίβολό του το σεράι, ένα τζαμί και καταλύματα για τη φρουρά. Σήμερα, από τις κατασκευές αυτές δε διασώζεται σχεδόν τίποτα στο εσωτερικό. Ωστόσο για τους λάτρεις της περιπέτειας, διατηρούνται ακόμη υπόγειοι χώροι και κιστέρνες, οι οποίοι όμως θέλουν μεγάλη προσοχή, κατά την περιήγηση σε αυτές, καθώς δεν είναι επισκέψιμες. Το οχυρό ήταν σε χρήση μέχρι τα τέλη του 19ου αι. και εγκαταλείφθηκε οριστικά μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους το 1912.

Πώς θα πάτε: Ακολουθείστε την διαδρομή, μέσω χωριού Σαμονίδας, προς Κάστρο Κιάφας. Μια παλαιά ταμπέλα ενημερώνει τον επισκέπτη για την διαδρομή. Πεζοπορικά σημάδια προτρέπουν τον περιηγητή να ανέβει προς το κάστρο, αφήνοντας το αυτοκίνητο στα ριζά του βουνού. ΜΗΝ πάτε από εκεί, καθώς το μονοπάτι είναι παλιό και σε ορισμένα σημεία έχει κλείσει από την βλάστηση. Περί τα 200 μέτρα πιο κάτω, υπάρχει νέα πινακίδα «Κάστρο Κιάφας», όπου εκεί θα αφήσετε το αυτοκίνητο σας. Ένας νέος δρόμος που είναι υπό κατασκευή, δίνει νέα ευκολότερη πρόσβαση στο κάστρο. Ο δρόμος αναμένεται να εξυπηρετήσει ανάγκες αναστήλωσης του κάστρου, το οποίο επλήγη από σεισμό το 2020. Φορέστε καλά αντιολισθητικά υποδήματα και πραγματοποιήστε μια ανάβαση περίπου 15 λεπτών. Δείξτε ιδιαίτερη προσοχή στην κίνηση σας μέσα στο κάστρο και στην ευρύτερη περιοχή. Να γνωρίζετε ότι μπορεί η θέα προς τη Γλυκή και τον Αχέροντα, αλλά και την γύρω περιοχή, να σας αποζημιώσει για τον κόπο της ανάβασης, ωστόσο σε πολλά σημεία είστε εκτεθειμένοι στον γκρεμό. Ακατάλληλη λοιπόν η πεζοπορία στο σημείο για παιδιά και για ανυπάκουα κατοικίδια.

Η Κιάφα, ή κάστρο της Κιάφας, ή αργότερα φρούριο της Κιάφας, ή φρούριο του Σουλίου, υπήρξε ένα από τα θρυλικά και ηρωικά καστροχώρια των Σουλιωτών και της ανένταχτης και αυτόνομης Σουλιώτικης Συμπολιτείας κατά την περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας και μέχρι την Ελληνική Επανάσταση του 1821. Βρίσκεται στην περιοχή του Σουλίου, σε υψόμετρο 460 μ., επί της κορυφής ιδιαίτερα απόκρημνου λόφου απέναντι από το Κούγκι και μεταξύ του Αβαρίκου και της Σαμωνίδας. Η Κιάφα, που καταλήγει στο γκρεμό της «Ντάπιας του Νότη», αποτελεί σύμβολο αντίστασης της ακαταμάχητης “σουλιώτικης ψυχής” καθώς απετέλεσε τον αντικειμενικό στόχο των Οθωμανών κατακτητών χωρίς όμως καμία επιτυχία.

Κούγκι (Ναός Αγίου Δονάτου και Αγίας Παρασκευής)

Επιστρέψαμε προς το χωριό Σούλι, με μοναδικό σκοπό να κινηθούμε προς το ιστορικό Κούγκι. Φτάσαμε στο πρώτο ύψωμα που βρίσκεται νότια του Σουλίου, όπου βρίσκεται το εκκλησάκι του Αγίου Δονάτου. Χτισμένο το 1793 είναι αφιερωμένο στον Άγιο Δονάτο που είναι προστάτης άγιος των κατοίκων της περιοχής Σουλίου, πολιούχος άγιος Παραμυθιάς και όλης της Θεσπρωτίας. Το εκκλησάκι καταστράφηκε και μεταβλήθηκε σε στέρνα κατά την εποχή των πολέμων μεταξύ του Αλή Πασά και των Σουλιωτών ενώ αναστηλώθηκε το 1840. Νότια του ναού μπορεί να βρει κανείς διαμορφωμένο αμφιθέατρο που χρησιμοποιείται για την παρακολούθηση εκδηλώσεων αφιερωμένες στον αγώνα και τις θυσίες του ιστορικού Σουλίου. Οι εκδηλώσεις αυτές λαμβάνουν χώρα κάθε χρόνο την τελευταία Κυριακή του Μάιου και έχουν ως αποκορύφωμα την αναπαράσταση ανατίναξης του Κουγκίου που συναντάται απέναντι.

Αφήνοντας πίσω τον Άγιο Δονάτο και ακολουθώντας τις σχετικές πινακίδες φτάνουμε στο Κούγκι όπου βρίσκεται το εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής. Η δεκάλεπτη ανάβαση σε ήπια ανηφορική διαδρομή θα σας αποζημιώσει. Το Κούγκι Σουλίου δεσπόζει περήφανο πάνω σε βραχότοπο και η ιστορία που το περιβάλει είναι από τις σημαντικότερες της περιοχής. Σύμφωνα με την παράδοση, ο καλόγερος Σαμουήλ είχε χτίσει το εκκλησάκι το 1793. Ο ίδιος μαζί με άλλους πέντε Σουλιώτες προέβαλε ηρωική αντίσταση και αυτοθυσία, καθώς παρέμεινε στον χώρο ενώ οι υπόλοιποι Σουλιώτες είχαν αποχωρήσει ύστερα από συνθηκολόγηση με τον Αλή Πασά. Ο Σαμουήλ και οι πέντε Σουλιώτες αυτοπυρπολήθηκαν στην πυριτιδαποθήκη του οχυρού, ώστε να μην πέσουν στα χέρια του στρατού του Αλή Πασά τα τρόφιμα και τα πολεμοφόδια. Μετά την πτώση του Σουλίου ο Αλή Πασάς έκτισε στο Κούγκι θερινή έπαυλη και την επάνδρωσε μέχρι το 1820 που οι ξεριζωμένοι Σουλιώτες, 17 χρόνια μετά τον διωγμό τους, επέστρεψαν στον τόπο τους. Το 1963 , έγιναν ανασκαφές και ανεγέρθηκε ξανά ο ναός της Αγίας Παρασκευής. Στο Κούγκι κάθε χρόνο την τελευταία Κυριακή του Μαΐου, γίνεται αναπαράσταση της ανατίναξης της Μονής. Ο χώρος εκτός από την εκπληκτική θέα, παρουσιάζει και ενδιαφέρον, καθώς σε διάφορα σημεία πέριξ της οχύρωσης, υπάρχουν κρυφά περάσματα. Μία πινακίδα, μας ενημερώνει ότι μπορούμε να κινηθούμε προς τη «Σκάλα Τζαβέλαινας», το θρυλικό σκαλιστό μονοπάτι και παράλληλα μια υπέροχη πεζοπορική διαδρομή στον ποταμό Αχέροντα, την οποία επιθυμούμε να πραγματοποιήσουμε διακαώς στο εγγύς μέλλον. Και εδώ δείξτε ιδιαίτερη προσοχή στην κίνηση σας και ειδικά αν έχετε μαζί σας μικρά παιδιά ή το κατοικίδιο σας.

Το Κούγκι Σουλίου δεσπόζει περήφανο πάνω σε βραχότοπο και η ιστορία που το περιβάλει είναι από τις σημαντικότερες της περιοχής. Σύμφωνα με την παράδοση, ο καλόγερος Σαμουήλ είχε χτίσει το εκκλησάκι το 1793. Ο ίδιος μαζί με άλλους πέντε Σουλιώτες προέβαλε ηρωική αντίσταση και αυτοθυσία, καθώς παρέμεινε στον χώρο ενώ οι υπόλοιποι Σουλιώτες είχαν αποχωρήσει ύστερα από συνθηκολόγηση με τον Αλή Πασά. Ο Σαμουήλ και οι πέντε Σουλιώτες αυτοπυρπολήθηκαν στην πυριτιδαποθήκη του οχυρού, ώστε να μην πέσουν στα χέρια του στρατού του Αλή Πασά τα τρόφιμα και τα πολεμοφόδια.

Σούλι
Επιστροφή στο χωριό Σούλι. Αξίζει μία βόλτα ανάμεσα στα λίγα σπίτια που “στέκονται όρθια”.

Τα σπίτια παρουσιάζουν απλές και στιβαρές γραμμές στην αρχιτεκτονική τους, έχοντας παράλληλα το έντονο χρηστικό στοιχείο των σπιτιών της εποχής. Στο ισόγειο ήταν ο χώρος για τα ζώα και τις αποθήκες, ενώ ο πάνω όροφος χρησιμοποιείτο για κατοικία αλλά και αποθήκη. Παντού υπήρχαν πολεμίστρες για να μπορούν να αμυνθούν. Αξιοθέατο πια του χωριού, η ανακαινισμένη οικία των Τζαβελλαίων.

Η κατάρα του Αλή-Πασά το 1803 όταν έκαψε το Σούλι –«Να μην ξανακαπνίσει ποτέ σουλιώτικο τζάκι»– «έσπασε» λίγο παραπάνω από δύο αιώνες μετά. Η οικία του Λάμπρου και της Μόσχως Τζαβέλλα «αναγεννήθηκε» μέσα από τα ερείπιά της, από τον Κωνσταντίνο Τζαβέλλα, όγδοο απόγονο του ηρωικού γένους. Χωρίς καμία οικονομική βοήθεια ούτε από το κράτος, ούτε από την κοινότητα ή τον δήμο και χωρίς κάποια ευρωπαϊκή επιδότηση παρά μόνο με την υποστήριξη των μελών της οικογένειας και ορισμένων φίλων, ξεκίνησε η αναστήλωση του Τζαβελλαίικου με τις απαιτούμενες άδειες και τις υποδείξεις της αρμόδιας αρχαιολογικής υπηρεσίας ήδη από τη δεκαετία του 80’. Σήμερα το αρχοντικό, στέκει πάνω από το χωριό και ο εσωτερικός του χώρος έχει μετατραπεί σε λαογραφικό μουσείο, όπου φυλάσσει ιστορικά κειμήλια της οικογένειας των Τζαβελλαίων και Μποτσαραίων.

Κάτω από το Αρχοντικό Τζαβέλλα, στέκει το Μνημείο Ηρώων Σουλίου και τα πολυάριθμα πηγάδια. Τα πηγάδια του Σουλίου είναι μνημεία, καθώς, αποτελούν στοιχεία οικιστικά, αρχιτεκτονικά και πολιτιστικά αλλά επιπλέον υπήρξαν σημαντικός παράγοντας αντίστασης των Σουλιωτών στις βίαιες πολιορκίες του Αλή πασά. Η παράδοση αναφέρει ότι οι Σουλιώτες, κατά τις επιχειρήσεις του 1792, όταν οι Τουρκαλβανοί ήταν έτοιμοι να μπουν στο Σούλι, για να τους στερήσουν το πολύτιμο αγαθό του νερού, ως πράξη άμυνας, έριξαν ασβέστη στα πηγάδια, για να μη μπορούν να τα χρησιμοποιήσουν οι εχθροί. Στον ίδιο χώρο γίνονται κάθε χρόνο οι εκδηλώσεις στην τελευταία Κυριακή του Μαΐου. Εκεί στέκουν οι προτομές των ηρώων Φώτου Τζαβέλα, Μάρκου Μπότσαρη, καλόγερου Σαμουήλ και Τζήμα Ζέρβα. Παραδίπλα είναι το μνημείο όπου γίνεται η κατάθεση στεφάνων και προσκλητήριο νεκρών.

Μία στάση εδώ για ξεκούραση και καλό φαγητό!!

Που θα φάτε: Κάντε μία στάση στον Παραδοσιακό «Ξενώνα Σουλίου» στο κέντρο του χωριού, όπου προσφέρει κήπο, μπαρ και θέα στο βουνό. Αυτός ο φιλικός προς τα κατοικίδια ξενώνας παρέχει όλες τις παροχές μίας σύγχρονης ξενοδοχειακής μονάδας. Μην παραλείψετε να φάτε στον πανέμορφο αίθριο χώρο τοπικά εδέσματα, ντόπια κρεατικά, γαλοτύρι, κατσικίσια φέτα από ντόπια αιγοπρόβατα και τις καλύτερες χορτόπιτες. Επίσης οι τιμές είναι λογικές και το προσωπικό φιλικό, εξυπηρετικό και ζωόφιλο. Μία must στάση για ξεκούραση!!

Επιστροφή στα Ιωάννινα με μία τελευταία στάση στους Μύλους Σουλίου!
Και μετά από την απαραίτητη ξεκούραση και το καταπληκτικό φαγητό, είπαμε να κινηθούμε προς τους Μύλους Σουλίου για «σβήσιμο». Με μία μόλις 20λεπτη διαδρομή, φτάνουμε σε ένα καταπράσινο και γεμάτο τρεχούμενα νερά τοπίο, εντελώς διαφορετικό από το δύσβατο και κακοτράχαλο τοπίο του Σουλίου. Εκεί συναντάς τα απομεινάρια του Μύλου του Δονάτου, όπου σύμφωνα με την παράδοση, οι Σουλιώτες άλεθαν τα σιτηρά τους. Πίσω από τον παλιό νερόμυλο πηγάζουν νερά τα οποία καταλήγουν στον Αχέροντα. Το τοπίο είναι μαγικό, βγαλμένο από κάποιο παραμύθι!

 

Σε απόσταση μόλις 70 μέτρων συναντάς το πανέμορφο παραδοσιακό καφενείο, δυστυχώς κλειστό για εμάς αυτή τη φορά. Ωστόσο ο χώρος είναι ιδανικός για να απολαύστε το ρόφημα σας κάτω από τα πλατάνια, με μοναδικό θόρυβο το κελάρυσμα των νερών του ποταμού.

1 Comment

  • Ανώνυμος
    30 Απριλίου, 2023 at 11:14 μμ

    ΟΧΙ ΓΛΥΚΑ ΣΤΟΝ ΠΕΠΕ

  • Leave a comment

    Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *